καμπάνα

Κρουστό ηχητικό όργανο, που αποτελείται από ένα κοίλο σώμα με χαρακτηριστική μορφή, συνήθως από μπρούντζο (περίπου 80% χαλκό και 20% κασσίτερο, ενώ ίχνη από άλλα μέταλλα δίνουν στον ήχο της ειδικούς τόνους). Η κ. αρχίζει να δονείται παλμικά, όταν χτυπηθεί με ένα γλωσσίδι ή σφυρί. Οι κ. τοποθετούνται σε ειδικούς πύργους (καμπαναριά) και μπορεί να είναι μόνιμα στερεωμένες ή κινητές πάνω σε οριζόντιο άξονα, έτσι ώστε το γλωσσίδι να χτυπά διαδοχικά δύο σημεία του χείλους διαμετρικά αντίθετα. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση η κ., ανάλογα με τον τρόπο στήριξής της στο ξύλο που συνδέει το όργανο με τον οριζόντιο άξονα, μπορεί να εκτελεί δύο διαφορετικές κινήσεις (ταλαντεύσεις ή περιστροφές), οι οποίες προκαλούν δύο διαφορετικά συστήματα κωδωνοκρουσίας. Η κατασκευή της κ. συνιστά λεπτή εργασία και γι’ αυτό αναλαμβάνεται από εξαιρετικά ειδικευμένους τεχνίτες. Από τον σχεδιασμό του σχήματος μέχρι το λιώσιμο και την τελική επεξεργασία, όλες οι φάσεις της κατασκευής πρέπει να είναι προσεγμένες για να έχει ο ήχος τη μεγαλύτερη δυνατή καθαρότητα. Ακόμα και μικρά λάθη στο σχήμα της κ. ή μικρά ελαττώματα στο χύσιμο μπορεί να επιφέρουν ανεπανόρθωτες αλλοιώσεις στο ηχητικό αποτέλεσμα. Κατασκευή. Κατά την προπαρασκευαστική εργασία κατασκευάζεται το ξύλινο καλούπι, που μελετάται με βάση το ηχόχρωμα που επιθυμεί ο κατασκευαστής να δώσει στην κ. Το κατασκευασμένο καλούπι στηρίζεται σε ένα σιδερένιο κοντάρι, τοποθετημένο κάθετα για να αποτελέσει τον άξονα περιστροφής για το κατοπινό τορνάρισμα. Η εργασία αυτή γίνεται στο αρσενικόπυρήνα, που κατασκευάζεται από άργιλο ή χώμα στο ίδιο σχήμα με το καλούπι. Πάνω στο αρσενικό κατασκευάζεται μια ψεύτικη κ. από κρητίδα, που έπειτα θα τορναριστεί και θα καλυφθεί από ελαφρό στρώμα λίπους, το οποίο έχει σκοπό να στηρίξει τα κοσμήματα από κερί. Η φάση του φορμαρίσματος της κ. ολοκληρώνεται με την επικάλυψη της εξωτερικής επιφάνειας με διαδοχικά στρώματα κρητίδας (πουκάμισο), τα οποία συγκρατούνται με ταινίες. Οι δύο τελευταίες φάσεις περιλαμβάνουν το ψήσιμο και το λιώσιμο. Το πρώτο πραγματοποιείται στο εσωτερικό του αρσενικού με ξυλοκάρβουνα. Στη συνέχεια αφαιρείται το πουκάμισο και κομματιάζεται η κ. από κρητίδα. Το κενό που δημιουργείται, όταν στη σωστή θέση τοποθετηθεί πάλι το πουκάμισο πάνω στο αρσενικό, προορίζεται για να δεχτεί τον λιωμένο μπρούντζο. Για την εργασία αυτή είναι έτοιμος ένας εξωτερικός οπλισμός γεμάτος με χώμα για τη στήριξη της φόρμας και αγωγοί για το πέρασμα του λιωμένου μπρούντζου και την έξοδο των αερίων. Μετά την ψύξη απελευθερώνεται η κ., λειαίνεται το μέταλλο και πραγματοποιείται η ηχητική δοκιμή. Ενδεχόμενες διορθώσεις του ήχου γίνονται είτε με μείωση από το εσωτερικό του πάχους της κ. είτε με το λιμάρισμα του κάτω χείλους για να μικρύνει η διάμετρός της. Ιστορία. Η ιστορία της κ. συνδέεται με την ιστορία της Εκκλησίας, αν και υπήρχαν και στην κλασική αρχαιότητα μικρές κ., οι οποίες συνδέονταν με τη λατρεία και με θρησκευτικές προλήψεις – που διατηρήθηκαν άλλωστε και στη χριστιανική χρήση. Η κ., περίπου με τη σημερινή μορφή της, εμφανίστηκε στα καμπαναριά από τον 5o-6ο αι., όχι μόνο στις εκκλησίες αλλά και σε μη θρησκευτικά οικοδομήματα (κοινοτικά καταστήματα) ή και σε αμάξια, με σκοπό να καλούνται σε συγκέντρωση οι πολίτες για την εκτέλεση των θρησκευτικών ή των πολιτικών καθηκόντων τους. Αρχικά σιδερένια, η κ. άρχισε γρήγορα να κατασκευάζεται από μπρούντζο και να διακοσμείται με σταυρούς και γεωμετρικά σχήματα, επιγραφές με τα ονόματα των δωρητών, χρονολογίες κ.ά. Οι αφιερώσεις άρχισαν να εμφανίζονται μετά τον 12o αι. Γενικά έως τον 18ο αι. οι κ. κατασκευάζονταν από ειδικευμένες ομάδες τεχνιτών –μοναχών ή λαϊκών– που μετακινούνταν από χώρα σε χώρα: ρωσικές, ιταλικές, ολλανδικές, γαλλικές και γερμανικές οικογένειες μεταβίβαζαν την τέχνη από πατέρα σε γιο. Ανάμεσα στις εκκλησιαστικές κ. πρέπει να αναφερθούν, για το καλλιτεχνικό ενδιαφέρον που παρουσιάζουν, εκείνες που χρησιμοποιούνται ακόμα στη Ρώμη στη βασιλική του Αγίου Πέτρου (από το 1289) και στο Σαν Κοζιμάτο, του 12ου και του 13ου αι. Οι σιδερένιες κ. κατασκευάζονταν στην Ισπανία και στη Γερμανία. Από τις αρχαιότερες είναι μία κ. του 9ου αι., που βρίσκεται στο μουσείο της Κόρντομπα, στην Ισπανία. Από τις κ. που δεν προορίζονταν για θρησκευτική χρήση ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι κ. του παλαιού ανακτόρου της Φλωρεντίας, του Καπιτωλίου της Ρώμης και των ρολογιών των πόλεων, όπως της Βενετίας, την οποία χτυπούν με σφυριά. Στην Ελλάδα η μεγαλύτερη κ. είναι αυτή της ρωσικής εκκλησίας της Αθήνας, στην οδό Φιλελλήνων. (Μουσ.) Όργανο με σωληνωτό σχήμα, η κ. έχει σκοπό να εμπλουτίζει τα ηχοχρώματα της ορχήστρας, με τη μίμηση του ήχου της κοινής κ. Εκτός από τους πρακτικούς αυτούς λόγους, την προσφυγή στο όργανο αυτό επέβαλε και η αδυναμία να πραγματοποιηθούν με τις συνηθισμένες κ. ήχοι διαφορετικού ύψους, οι οποίοι αντίθετα είναι εύκολο να αποδοθούν με το σωληνωτό όργανο, χάρη στις διαφορετικές διαστάσεις των σωλήνων του. Αφού χρησιμοποιήθηκε πρώτα σε λειτουργικές συνθέσεις (για παράδειγμα σε ορισμένες καντάτες του Μπαχ), η κ. εισήλθε αργότερα και στο λυρικό θέατρο (Ουγενότοι του Μάγιερμπερ, Τροβατόρε του Βέρντι, Τόσκα του Πουτσίνι, Μεφιστοφελής του Μπόιτο, Πάρσιφαλ του Βάγκνερ) καθώς και σε συμφωνικά έργα (Ουβερτούρα 1812 του Τσαϊκόφσκι, Μια νύχτα στο φαλακρό βουνό του Μουσόργκσκι, Φανταστικήσυμφωνία του Μπερλιόζ, Οι γάμοι του Στραβίνσκι). Ένας ήχος κ. με έντονα δραματική έκφραση υπάρχει και στη μουσική σύνθεση Στη γέφυρα της Χιροσίμα του Λ. Νόνο. Η κατασκευή καμπανών, έργο εξειδικευμένων τεχνιτών, έχει διατηρήσει έναν καθαρά βιοτεχνικό χαρακτήρα. Στη φωτογραφία, τορνάρισμα της ψεύτικης καμπάνας. Μία από τις σπουδαιότερες φάσεις της κατασκευής μιας καμπάνας, η προετοιμασία του «πουκάμισου». Καμπάνα του 13ου αι. στον ναό του Σαν Νικόλα ιν Κάρτσερε, στη Ρώμη. Η «τσαρ κολοκόλ» ή αυτοκρατορική καμπάνα, που ζυγίζει περίπου 200 τόνους, στο Κρεμλίνο της Μόσχας.
* * *
η
(Μ καμπάνα) μεγάλος κώδωνας, κυρίως χριστιανικού ναού
νεοελλ.
1. (μτφ. για γυναίκα) μεγαλόσωμη, ευτραφής, αντρογυναίκα («μωρή καμπάνα ρουσικιά και τράπεζα βασιλικιά», μανιατ. μοιρ.)
2. μτφ. επίπληξη, και ιδίως τιμωρία κρατήσεως ή φυλακίσεως που επιβάλλεται σε στρατιώτη
3. είδος αχλαδιού που μοιάζει στο σχήμα με κώδωνα
4. μουσ. κοίλο όργανο, συνήθως από μέταλλο ή σπάνια από κόκαλο, ξύλο, γυαλί ή πηλό, το οποίο κρούεται εξωτερικά κοντά στην περιφέρεια τού ανοίγματος, με ένα σφυρί ή εσωτερικά με ένα ρόπτρο
5. ενοικιαζόμενο παράπηγμα σε παραλία για διακοπές
6. είδος παντελονιού το οποίο είναι φαρδύ μόνο στο κάτω μέρος («τώρα πια δεν είναι στη μόδα τα παντελόνια καμπάνα»)
7. φρ. α) «για ποιον χτυπά η καμπάνα;» ποιος έχει σειρά, ποιον θα επιπλήξουν τώρα; β) «έχει φωνή καμπάνα» — έχει δυνατή και διαπεραστική φωνή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μτγν. λατ. campana. Με τη σημ. «παράπηγμα διακοπών» είναι μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. γαλλ. cabane «καλύβα»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • καμπάνα — η колокол. Используется в богослужении для созывания верующих в храм Этим. < лат. campana < лат. Campania Кампания – местность в Италии, где впервые (с 3 века) начали использовать колокол в богослужении. В 9 веке колокол появился в… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • καμπάνα — η (λ. ιταλ.) 1. μεταλλικό όργανο που έχει κωνικό σχήμα και παράγει ήχο χτυπώντας το εσωτερικό του: Δε βάρεσε ακόμη η καμπάνα για εσπερινό. 2. επίπληξη, τιμωρία: Έφαγε μια γερή καμπάνα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καμπάνα — [камбана] ουσ. Θ. колокол …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • καμπανίζω — (Μ καμπανίζω) νεοελλ. 1. χτυπώ την καμπάνα τής εκκλησίας, κουδουνίζω 2. (αμτβ.) ηχώ σαν καμπάνα, αποδίδω ήχο καμπάνας, κουδουνίζω 3. μτφ. υπαινίσσομαι κάτι, διατυπώνω καμπανιές, δυσάρεστους υπαινιγμούς μσν. ζυγίζω με τον κάμπανο*. ζυγίζω. [ΕΤΥΜΟΛ …   Dictionary of Greek

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

  • σημαίνω — ΝΜΑ, και δωρ. τ. σαμαίνω Α [σῆμα / σᾱμα] 1. δίνω σήμα, σημείο με ήχο ή με κάποιον άλλο τρόπο (α. «η καμπάνα σήμανε εσπερινό» β. «η σάλπιγγα σήμανε σιωπητήριο» γ. «ἐσήμαινε παραρτέεσθαι πάντα», Ηρόδ.) 2. έχω, δηλώνω ή φανερώνω κάποια σημασία ή… …   Dictionary of Greek

  • КАМПАН — [церковнослав. ], название колокола в слав. богослужебных книгах. Происходит от средневек. лат. названия этого инструмента campana или campanum. В античный период этим словом называлась любая бронзовая утварь, производившаяся в италийской обл.… …   Православная энциклопедия

  • καμπανάκι — το (υποκορ. τού καμπάνα) 1. μικρή καμπάνα, καμπανέλι 2. βοτ. δημώδης ονομασία τού φυτού που σε παλαιότερες ταξινομήσεις ήταν γνωστό ως ιπομοία η ωραιοφυής …   Dictionary of Greek

  • καμπανάρι — το (στην αμπελουργία) συν. στον πληθ. τα καμπανάρια τα μικρά σταφύλια που απομένουν στα κλήματα μετά τον τρυγητό, αποτρυγήματα, αλλ. κουδούνια, καμπανά. [ΕΤΥΜΟΛ. < καμπάνα + κατάλ. άρι, πρβλ. κοντ άρι, χορτ άρι] …   Dictionary of Greek

  • καμπανέλι — το (Μ καμπανέλλι και καμπανέλι) μικρή καμπάνα, καμπανάκι, κωδωνίσκος νεοελλ. ναυτ. καθένας από τους μικρούς κιονίσκους τού καταστρώματος, στους οποίους δένονται οι πόδες τών ιστίων, ποδοδέτης, κν. μπαμπαδέλι μσν. καμπαναριό, κωδωνοστάσιο. [ΕΤΥΜΟΛ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.